|
«Η ΝήSOS» στον θερινό κινηματογράφο «Φλοίσβο»
(29/07/2010 11:34)
|
Η κλειστή κοινωνία ενός νησιού που όλα δείχνουν να κυλάνε ήσυχα, αναστατώνεται από τον ξαφνικό και περίεργο θάνατο του άρχοντα του τόπου, Θεμιστοκλή Δίκαιου, που αφήνει πίσω του μια τεράστια περιουσία. Καθώς είναι άκληρος, όλοι αναρωτιούνται σε ποιον θα μείνουν τόσα χρήματα.
Η διαθήκη τους επιφυλάσσει μεγάλες εκπλήξεις. Η περιουσία μοιράζεται στις τέσσερις «εξουσίες» του χωριού. Τον πρόεδρο της κοινότητας, τον αστυνομικό διευθυντή, τον δάσκαλο του σχολείου και τον ιερέα της εκκλησίας. Για να πάρουν όλοι τα χρήματα θα πρέπει να δεχτούν να διαβαστούν, δημοσίως, στην πλατεία του χωριού τέσσερις επιστολές-μία για τον καθένα- το περιεχόμενο των οποίων δεν το γνωρίζει κανείς, παρά μόνο ο ίδιος ο Θεμιστοκλής Δίκαιος. Θα δεχτούν όμως και οι τέσσερις να διαβαστούν οι συγκεκριμένες επιστολές; Μεγάλος ο πειρασμός... Από την μία η τεράστια περιουσία και από την άλλη τα μυστικά... Γιατί και αυτά υπάρχουν στην κοινωνία τους... Και είναι πολλά....
Σκηνοθεσία του Χρήστου Δήμα, με τους Ελένη Καστάνη, Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, Βλαδίμηρο Κυριακίδη, Τάνια Τρύπη, Δημήτρη Τζουμάκη, Κώστα Βουτσά κ.ά.
Σημείωμα του σκηνοθέτη
Πάντα γοητευόμουν από αληθινούς ανθρώπους. Ανθρώπους που δεν κουβαλούν λάμψη ή τα όνειρα και τις φιλοδοξίες της μεγάλης πόλης. Ανθρώπους που έχουν τη δική τους στάση ζωής, και σε μια μικρή κοινωνία, όπως σ’ ένα νησί ή σε κάποιο χωριό, πρέπει να βρουν ένα τρόπο να ζουν, να δουλεύουν, να μισούν, να αγαπούν, να επικοινωνούν, να αντιδρούν και λίγο πολύ να «υπάρχουν» με τον δικό τους τρόπο.
Το πρώτο πράγμα που με γοήτευσε σαν σκηνοθέτη και σαν αφηγητή σ’ αυτό το έργο, είναι η υπόσχεση ενός «μυστικού».
Βρισκόμαστε σε κάποιο ελληνικό νησί στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 2000. Μικρό νησί, αλλά όμορφο, όπου όλοι γνωρίζουν (ή νομίζουν ότι γνωρίζουν) ο ένας τον άλλο.
Καλοφτιαγμένοι και μάλλον οικείοι χαρακτήρες, άντρες και γυναίκες, νέοι και ηλικιωμένοι, που έχουν μεγάλες φιλοδοξίες και ακόμα μεγαλύτερα όνειρα. Αυτό που έχουν κοινό είναι ότι όλοι έχουν ένα μυστικό (μεγάλο ή μικρό) από το παρελθόν τους, ή μια παρανομία που η αποκάλυψή της στην ευρύτερη κοινότητα, μπορεί να φέρει μοιραία αποτελέσματα, όχι μόνο στους ίδιους, αλλά και στους ανθρώπους γύρω τους. Προκειμένου λοιπόν να κρατήσουν το μυστικό τους ασφαλές και να προστατεύσουν όλα τα παραπάνω, είναι διατεθειμένοι να ξεπεράσουν τα όρια τους. Πρέπει να πληρώσουν ένα τίμημα προκειμένου να κρατήσουν τον τρόπο ζωής τους άθικτο.
Είναι επίσης μια ιστορία που μας υπενθυμίζει πόσο ευάλωτοι μπορούμε να γίνουμε, όταν κάποιος που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, μπορεί και αποκτά πρόσβαση σ’ αυτά τα μυστικά. Είναι μια ελληνική ιστορία, γυρισμένη σ’ ένα ελληνικό νησί, στην ελληνική γλώσσα, αλλά οι καταστάσεις και η θεματολογία είναι μάλλον παγκόσμια.
Ο δάσκαλος είναι ύποπτος για συμμετοχή σε μια αριστερή τρομοκρατική οργάνωση, ο αστυνόμος ελέγχει τα λαθραία και τις παράνομες συναλλαγές της περιοχής, ο πρόεδρος της κοινότητας ζει διπλή ζωή, ο ιερέας έχει μια αμαρτωλή ερωτική ταυτότητα. Όλοι γνωρίζουν ο ένας τον άλλον, έχουν δυναμική στην αγάπη και στο μίσος, αληθινά έντονοι χαρακτήρες.
Και γύρω απ’ αυτούς, ένας άλλος Μικρόκοσμος από γυναίκες, συζύγους, ερωμένες, εραστές, τωρινούς και παλαιότερους, γιούς, κόρες, πατέρες, υπηρέτριες… οι οποίοι κουβαλούν το δικό τους μικρό ή μεγάλο μυστικό.
Οπτικά η ιστορία με ενέπνευσε να αιχμαλωτίσω τα όμορφα τοπία: το μπλε της θάλασσας του Αιγαίου που συναντά τους ορίζοντες του μεσογειακού ουρανού... το έθνικ στοιχείο συναντά τον σύγχρονο κόσμο. Η κάμερα αιωρείται πάνω από πέτρινα, στενά μονοπάτια και μπαίνει στα σπίτια, ακολουθεί τους ανθρώπους και εισβάλλει στα ασφαλή τους δωμάτια.
Ολόκληρο το νησί γίνεται ένα κινηματογραφικό σύνολο. Μια συνεχής κίνηση της κάμερας. Στην πραγματικότητα δύο κάμερες ακολουθούν τη δράση, δίνοντας στους ηθοποιούς το χώρο και την ελευθερία να κινούνται, καταγράφοντας τα πάντα. Και μιας και η ταινία έχει να κάνει με μυστικά, πρέπει με κάποιο τρόπο η κάμερα να είναι αόρατη. Οι ηθοποιοί μας δεν παίζουν, αλλά κάνουν ότι κάνουν για να κρατήσουν το μυστικό τους ασφαλές. Μιλάνε και φέρονται σαν αληθινοί άνθρωποι. Με κάποιο τρόπο, οι κάμερες και ο σκηνοθέτης έπρεπε να εξαφανιστούν στο σύνολο του νησιού.
Το σενάριο της ταινίας είναι γρήγορο. Διαβάζοντας το, εντυπωσιάστηκα από το πόσο καλοί ήταν οι διάλογοι. Γρήγορη κωμωδία που δεν βασίζεται σε χοντρά αστεία, αλλά στον τρόπο που εξερευνούνται οι χαρακτήρες. Η ταινία μου έδωσε την μεγάλη ευκαιρία να δουλέψω με εξαιρετικούς ηθοποιούς της ελληνικής κινηματογραφικής βιομηχανίας.
Τα μεσογειακά τοπία (από την βραβευμένη με Όσκαρ Ξενόγλωσσης ταινίας, ιταλική ταινία του Gabriele Salvatores, «Mediterraneo» ? 1991), συναντούν την οπτική προσέγγιση του Steven Soderbergh (δυο κάμερες στο «Traffic» και στο «Erin Brockovich»). Τα τοπία των ελληνικών νησιών, με πολλές εναέριες λήψεις (όπως στο «Elizabeth», του Shekhar Kapur), δίνουν την αίσθηση ότι κάποιος άγνωστος στους πρωταγωνιστές, τους παρακολουθεί συνέχεια. Και όταν μπαίνουμε στα δωμάτια έχουμε στο μυαλό τον τρόπο που σκηνοθέτησε ο Woody Allen το «Match Point». Επίσης, είναι εμφανής η επιρροή από τους αδερφούς Coen, καθώς αποτελούν ένα εξαιρετικό παράδειγμα για το πώς μπορούν να οδηγούνται οι ιστορίες μέσα από τις πιο περίεργες καταστάσεις, κρατώντας σίγουρα τη μοναδική, σκοτεινή και αστεία αφήγηση τους.
Η μουσική είναι εξίσου σημαντική. Έπρεπε να συνδυάσουμε τους μοντέρνους ήχους μ’ ένα έθνικ ηχόχρωμα. Να ακολουθήσουμε μουσικά την ιστορία του κάθε χαρακτήρα. Αυτά τα τέσσερα, διαφορετικά, μεγάλα μυστικά έχουν το δικό τους μοτίβο. Αλλά, εφόσον όλα και όλοι συναντώνται και αλληλεπιδρούν, χρειάστηκε να βρούμε έναν τρόπο να τα φέρουμε όλα μαζί σε έναν μοναδικό, νέο ήχο, χωρίς να προδώσουμε τους ήχους του νησιού…

|